top of page

Άγιοι Σταμάτιος, Ιωάννης και Νικόλαος εκ Σπετσών

  • Μεταμόρφωση Βριλησσίων
  • πριν από 11 λεπτά
  • διαβάστηκε 5 λεπτά

Οι Νεομάρτυρες αποτελούν τη μεγάλη και ένδοξη χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας, εκείνων που έχυσαν το αίμα τους για τη μόνη σώζουσα Ορθόδοξη Πίστη.


Με τη θυσία τους προσέφεραν ανεκτίμητη υπηρεσία στο υπόδουλο Γένος μας, το οποίο στέναζε κάτω από τη φρικτή οθωμανική τυραννία.


Με την ομολογία τους στον Χριστό και το ηρωικό τους φρόνημα στήριζαν, καθ’ όλη τη διάρκεια της δουλείας, τους διωκόμενους και καταπιεσμένους χριστιανούς, ενώ ταυτόχρονα έστελναν το μήνυμα στους βάρβαρους κατακτητές ότι η Ρωμηοσύνη παραμένει αδούλωτη και αγωνίζεται για την ελευθερία της.


Ανάμεσα στο πλήθος των Νεομαρτύρων συγκαταλέγονται και οι Άγιοι Σταμάτιος, Ιωάννης και Νικόλαος, πολιούχοι των Σπετσών.


Κατάγονταν από τις Σπέτσες, το ηρωικό νησί του Αργοσαρωνικού, το οποίο ανέδειξε πλειάδα ηρώων και προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο αγωνιζόμενο Έθνος μας.


Έζησαν κατά τον 19ο αιώνα και ανδρώθηκαν στα δύσκολα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.


Ο Σταμάτιος και ο Ιωάννης ήταν αδέλφια, τέκνα του Θεοδώρου Γκίνη και της Ανέζως, ενώ για την πρότερη ζωή του Νικολάου δεν έχουμε πληροφορίες.


Δεν διαθέτουμε πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή τους.


Ωστόσο, εικάζεται ότι προέρχονταν από ευσεβείς οικογένειες, όπου γαλουχήθηκαν με τα σωτήρια νάματα της Ορθοδόξου Πίστεως· άλλωστε, μόνο έτσι μπορεί να ερμηνευθεί το γεγονός ότι έφθασαν στην ομολογία και τον μαρτυρικό θάνατο.


Ασκούσαν το επάγγελμα του εμπόρου και διέθεταν δικό τους πλεούμενο, με το οποίο μετέφεραν τα εμπορεύματά τους σε διάφορα λιμάνια του Αιγαίου.


Τα πολεμικά όμως γεγονότα της Επανάστασης είχαν δυσχεράνει σημαντικά τις δραστηριότητές τους.

Τα περισσότερα ελληνικά εμπορικά πλοία είχαν μετατραπεί σε πολεμικά και εξαπέλυαν επιθέσεις κατά των τουρκικών, γεγονός που τα καθιστούσε κύριους στόχους των Οθωμανών.


Οι Έλληνες ναυτικοί θεωρούνταν επικίνδυνοι επαναστάτες και τιμωρούνταν αυστηρά, ακόμη και με θάνατο, εκτός αν δέχονταν να εξισλαμιστούν.


Στις αρχές του 1822 τα δύο αδέλφια, μαζί με τον ηλικιωμένο πλοίαρχο και συνεργάτη τους Νικόλαο και πέντε ακόμη ναυτικούς, φόρτωσαν το πλοίο τους με λάδι και απέπλευσαν με προορισμό την Κωνσταντινούπολη.


Κατά τη διάρκεια του πλου, όμως, τους έπιασε σφοδρή τρικυμία.


Για ημέρες ολόκληρες πάλευαν με τα κύματα, κινδυνεύοντας να καταποντιστούν, ενώ ταυτόχρονα είχαν εξαντληθεί και οι προμήθειές τους.


Η θαλασσοταραχή έσπρωξε το πλοίο προς τις ακτές της Μικράς Ασίας και τελικά προσάραξε απέναντι από τη Χίο, σε παραλία της μικρασιατικής γης, στον Τσεσμέ (Κρήνη).


Αποβιβάστηκαν και άρχισαν να κρύβονται από τον φόβο των Τούρκων, οι οποίοι καταδίωκαν τους Έλληνες ναυτικούς.


Με μεγάλες προφυλάξεις πλησίασαν το σπίτι ενός χριστιανού, στον οποίο εμπιστεύθηκαν τη ζωή τους και τον παρακάλεσαν, δίνοντάς του αμοιβή, να φροντίσει για την εξεύρεση υλικών, ώστε να επισκευάσουν το κατεστραμμένο πλοιάριό τους και να προμηθευτούν τρόφιμα και εφόδια για τη συνέχιση του ταξιδιού τους.


Δυστυχώς, έπεσαν σε άνθρωπο κακόβουλο και προδότη, ο οποίος αποζούσε καταδίδοντας Έλληνες στους Τούρκους.


Αφού προσποιήθηκε ότι θα τους βοηθούσε, έσπευσε κρυφά στον τοπικό αγά και τους κατήγγειλε ως επικίνδυνους επαναστάτες, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα το σχετικό μπαξίσι.


Αμέσως στάλθηκε στρατιωτικό απόσπασμα για τη σύλληψή τους.


Μόλις οι ναυτικοί αντιλήφθηκαν τους ένοπλους στρατιώτες, προσπάθησαν να διαφύγουν.


Από το επταμελές πλήρωμα, δύο φονεύθηκαν από τα πυρά των στρατιωτών, δύο κατόρθωσαν να διαφύγουν διά θαλάσσης, ενώ οι τρεις εναπομείναντες —ο ηλικιωμένος Νικόλαος και τα δύο αδέλφια Σταμάτιος και Ιωάννης— συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν ενώπιον του αγά.


Εκείνος, λόγω αρμοδιότητας, τους παρέπεμψε στον πασά της Χίου, άνθρωπο άξεστο, ανελέητο και φανατικό μουσουλμάνο.


Ο πασάς διέταξε να τους φέρουν ενώπιον του και τους ζήτησε να απολογηθούν για τον λόγο της παρουσίας τους στη Μικρά Ασία.


Την εποχή εκείνη η Επανάσταση είχε περιοριστεί στον ελλαδικό χώρο και οι Οθωμανοί φοβούνταν την εξάπλωσή της στα μικρασιατικά παράλια.


Έτσι, οι συλληφθέντες θεωρήθηκαν υποκινητές της Επανάστασης.


Παρά τις προσπάθειές τους να τον πείσουν ότι ήταν απλοί έμποροι και ότι βρέθηκαν εκεί λόγω τρικυμίας, ο πασάς δεν δέχθηκε τις εξηγήσεις τους και αποφάσισε να τους τιμωρήσει παραδειγματικά.

Πρώτα ανέκρινε τον ηλικιωμένο πλοίαρχο Νικόλαο, προτρέποντάς τον να εξισλαμιστεί για να σώσει τη ζωή του και να απολαύσει μια άνετη ζωή.


Εκείνος απάντησε με παρρησία: «Εγώ τώρα πια θα αρχίσω καινούργια ζωή; Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα πεθάνω. Δεν αρνούμαι την πίστη μου»!


Την ίδια ομολογία έδωσαν και τα δύο αδέλφια.


Τότε ο πασάς αποφάσισε να θανατώσει τον Νικόλαο και να φυλακίσει τους δύο νεότερους, ελπίζοντας ότι με τον φόβο και τα βασανιστήρια θα τους εξανάγκαζε να αλλαξοπιστήσουν.


Ο Νικόλαος οδηγήθηκε έξω από το κάστρο και αποκεφαλίστηκε, ενώ ο Σταμάτιος και ο Ιωάννης ρίχθηκαν στη φυλακή.


Εκεί ο πασάς έστειλε δύο έμπιστους ανθρώπους του, έναν Χιώτη και έναν Λαζό, σκληρούς και πανούργους, για να τους δελεάσουν στον εξισλαμισμό με υποσχέσεις χρημάτων και τιμών, χωρίς όμως αποτέλεσμα.


Ακολούθησαν απειλές και στη συνέχεια φρικτά βασανιστήρια.


Επί επτά ημέρες υπέμεναν απάνθρωπες κακουχίες, με την ελπίδα οι διώκτες τους ότι, λόγω της νεαρής τους ηλικίας, θα λύγιζαν.


Εκείνοι όμως παρέμειναν αμετάπειστοι, υπομένοντας με ηρωισμό τους πόνους, έχοντας πάρει την απόφαση να μαρτυρήσουν για τον Χριστό.


Με θεία φώτιση κατάλαβαν ότι πλησίαζε η ώρα του μαρτυρίου τους.


Βρήκαν χαρτί και μελάνι και έγραψαν την εξομολόγησή τους, την οποία έστειλαν μέσω μιας γυναίκας στον Μητροπολίτη Χίου, ζητώντας τη συγχώρηση και την ευλογία του, καθώς και τρόπο να κοινωνήσουν.


Ο Μητροπολίτης θαύμασε το θάρρος τους, τους ευλόγησε να προχωρήσουν στο μαρτύριο και τους ενίσχυσε με παραινετικά λόγια ανδρείας.


Φρόντισε μάλιστα να τους σταλεί κρυφά η Θεία Κοινωνία.


Αφού κοινώνησαν, γεμάτοι Χριστό, θεώρησαν τον εαυτό τους έτοιμο.

Ευχαρίστησαν τον Κύριο με δάκρυα και πέρασαν τη νύχτα άγρυπνοι, ψάλλοντας παρακλήσεις στην Παναγία, ζητώντας δύναμη να μη δειλιάσουν μπροστά στον θάνατο.


Λίγο πριν την αυγή αποκοιμήθηκαν και, ξυπνώντας, είπαν στους συγκρατούμενους χριστιανούς: «Αδελφοί, σήμερα τελειώνουμε το ταξίδι της ζωής μας. Παρακαλούμε να δεηθείτε, να μας ενισχύσει ο Κύριος».


Για τελευταία φορά οδηγήθηκαν δεμένοι πισθάγκωνα κάτω από το σαράι και ερωτήθηκαν αν ήθελαν να αλλαξοπιστήσουν για να σώσουν τη ζωή τους και να αποκτήσουν πλούτη και αξιώματα.


Εκείνοι, ακλόνητοι στην πίστη των πατέρων τους, απάντησαν με παρρησία: «Χριστιανοί γεννηθήκαμε και Χριστιανοί θα πεθάνουμε. Δεν αρνούμαστε ποτέ τον Χριστό, ακόμη κι αν μας κόψετε κομμάτια».


Ο πασάς, έξαλλος από θυμό, διέταξε τον θάνατό τους διά αποκεφαλισμού.


Παραδόθηκαν στους δημίους, οι οποίοι τους έσερναν και τους κακοποιούσαν, άλλοτε απειλώντας τους και άλλοτε κολακεύοντάς τους να αλλαξοπιστήσουν.


Προς στιγμήν ο Σταμάτιος έδειξε να δειλιάζει, αλλά ο Ιωάννης τον ενίσχυσε λέγοντάς του: «Τι έπαθες, αδελφέ; Δεν θυμάσαι την απόφασή μας; Παρακάλεσε την Παναγία να σου δώσει δύναμη».


Τα λόγια αυτά τον ενδυνάμωσαν και προχώρησαν με χαρά προς το μαρτύριο.


Στην πεδιάδα Βουνάκι, έξω από το κάστρο της Χίου, τους ρώτησαν για τελευταία φορά αν άλλαξαν γνώμη. Και οι δύο, με δυνατή φωνή, επανέλαβαν τρεις φορές: «Χριστιανοί είμαστε και για τον Χριστό πεθαίνουμε. Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου».


Αμέσως αποκεφαλίστηκαν. Ο Σταμάτιος ήταν μόλις 18 ετών και ο Ιωάννης 22. Ήταν η 3η Φεβρουαρίου 1822.


Τα άγια λείψανά τους έμειναν για ημέρες περιφρονημένα στον τόπο της εκτέλεσης.


Μετά από τρεις ημέρες, οι Τούρκοι ανάγκασαν χριστιανούς να τα ρίξουν στη θάλασσα.


Τέσσερις ημέρες αργότερα, η θάλασσα τα ξέβρασε και οι χριστιανοί, με ευλάβεια και χαρά, τα περισυνέλλεξαν και τα ενταφίασαν.


Η μνήμη των Αγίων Νεομαρτύρων Σταματίου, Ιωάννου και Νικολάου εορτάζεται στις 3 Φεβρουαρίου, ημέρα του ηρωικού τους μαρτυρίου και τιμώνται ως πολιούχοι Άγιοι των Σπετσών.


Λάμπρος Κ. Σκόντζος στη Romfea.gr

Θεολόγος - Καθηγητής


Πηγή: romfea.gr

 
 
 

Σχόλια


Πρόσφατα άρθρα
bottom of page